παρακαλώ περιμένετε...
ΦΥΛΕΣ ΤΩΝ ΖΩΔΙΩΝ
&

 

 

 

 

"Mα ακούς; Σε σένα μιλάω,

Όλο λύσσα καμωμένος,

Κουλουριάζομαι γύρω σου.

Εγώ ο Προαιώνιος Όφις.

Κι έτσι νίωθω την καρδιά σου,

Χτυπάει αργά,ύστερα γρήγορα,

Κι εγώ συγχρονίζομαι με δαύτην

Κι ανοίγω το στόμα μου,

Φοβάσαι, μήπως σε καταπιώ.

Μα εγώ ξερνάω αναπνοές,

Είναι οι δονήσεις

του εσωτερικού σου Σύμπαντος.

κι αχνίζω στο εξώτερο Σύμπαν νεφελώματα,

κι αστρικά σκουπίδια.

Εγώ, προαιώνιος και καταραμένος,

Ένας ντιτερμινισμός όλο δεκανίκια."

 

Κοίτα  πως ακουμπα την άμπελο,

Μέσα Απρίλη,οι αγροί είναι υγροί ακόμα

Λίγη ανάγκη ακόμα, ο όφις από το βιός

Της σάρκας του να τραφεί.

 

«Κάντου μια λιτανεία,αρχαία,

Όλο άγνωστο για το άγνωστο.»

λεει ο ιεροφάντης.

«Παρηκμασμένη από την αστική μας

Λογική,

Κάντου μια τελετουργία,

Να αναγεννηθεί με τα μαγιάτικα του

στέφανα.»

 

Ποιος να εξηγήσει τούτη τη πεθυμιά για θάνατο,

 που γύρω του κουλουριάζετε η ανάγκη.

Οι τρελοί και οι ποιητές της συμφοράς,

Καταλαβαίνουν τούτους τους στίχους.

Μα οι άλλοι οι αβροί,

Εσείς που διαβάζεται Έριχ Φρομ λίγο πριν τις δώδεκα

Στο σαλόνι του σπιτιού σας,

Κλείστε ευθύς τα αυτιά σας.

 

Ο Οφις κουλουριάζετε γύρω από την Υδρόγειο.

Κι ευθύς φωνάζει στο πλήθος

«Το σάβανο του Λούθερ παρα ήταν λευκό.

 

Στρώσε μου ένα νεκροκρέβατο που να χωράει όλη

Την ανθρωπότητα.»

 

 

Μα σʼένα σοκάκι της Βιέννης,

Ο ποιητής με στόμφο γελά,

Το πρόσωπο του μια γκριμάτσα.

Λίγο πιο μακριά στο Oumbershughken,

ανθίζει μια γέρικη μουριά,

γεμάτη μεταξοσκώληκες.

Εκφύεται μέσα από μια παραμελημένη

Εκκλησία.

 

Ο ποιητής ξεγελά τον κόσμο,

Ο στραβός του μπερές,

Τα λερωμένα του σκαρπίνια,

Το ξεθωριασμένο τζάκετ του,

Το άνβορακ με τις κονσέρβες.

Ποιος θα καταλάβαινε ποτέ

Πως είναι  πρόγονος των Αψβούργων;

 

Ο Όφις κοιτάζει από την κορυφή

Του πόλου της ύπαρξης και αναγνωρίζει

Τούτο το ανθρωπάριο.

«Τούτος πρέπει να πεθάνει» λεει σιγανά

Από μέσα του.

«Τούτος πρέπει να χαθεί.»

 

Ο ποιητής ανεβαίνει στον βόρει πόλο της ύπαρξης,

Εκεί τα αστέρια δεν φαίνονται τόσο καθαρά,

Μα του αρκεί το σέλας,

Κι ύστερα σκαρφαλώνει σε ένα ψηλό παγόβουνο,

Κι όλα είναι τώρα από κάτω του,

Κι όφις αντάξιος σε ύψος μαζί του.

Αρχίζει τυλίγεται στο παγόβουνο,

Τον περιτριγυρίζει,τυλίχτηκε γύρω του,

Κι όσο τυλίγεται η μοχθηρία τους,κι ο

Η επιθυμία του να τον σκοτώσει φεύγει.

 

Τωρα είναι ένα,του σφίγγει απαλά τα κόκκαλα,

Ο ποιητής ανασαίνει πιο δύσκολα.

Ότι ήταν πριν επίθεση τώρα είναι έρωτας.

Ένα τώρα οι δυο τους στην ψηλότερη κορφή του κόσμου,

Όμως ο ποιητής ξαφνικά μέσα σε αυτή την παραζάλη

Από έρωτα και ένωση,

Βγάζει μια κοφτερή κονσέρβα από την τσέπη του,

Δίνει μια και του τρυπάει το κεφάλι,

Ακριβώς ανάμεσα στα μάτια,

Σφαδάζει από τον πόνο εκείνος και τον ρωτά

Γιατί το έκανες;

Κι ο ποητής απαντάει.

Γιατί ήταν στη φύση σου..

Ο όφις ξεκουλουριάζεται γύρω από τη γη

Και αιωρείται νεκρός μέσα στο σύμπαν.

Σχόλια:    Αξιολόγηση:
παρακαλώ περιμένετε...

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αξιολόγηση: χωρίς αξιολόγηση

έχουν γενέθλια 245 μέλη.

ΦΥΛΕΣ - ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙΣ

  • loading...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

  • loading...
  • loading...